navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λάμνω

λάμνω

ρ. [μετβ. και αμετβ.]

κωπηλατώ.

Ετυμολογία

< μσν. λάμνω < αρχ. ἐλαύνω [= θέτω σε κίνηση, οδηγώ προς τα μπρος].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λάμνω», σ. 474. https://navalhistory.gr/lexiko/λαμνω/