βυτίο
το, ουσ.
- μεγάλο μεταλλικό δοχείο κατάλληλο για την αποθήκευση υγρών, βαρέλι
- το βυτιοφόρο.
Ετυμολογία
< μσν. βυτίον
ή < μτγν. βοῦτ(τ)ις [= δοχείο, κάδος], ή
ή ίσως από τη λατιν. buttis [= βαρέλι].
Σύνθετα
βυτιοποΐα, βυτιοφόρο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βυτίο», σ. 170. https://navalhistory.gr/lexiko/βυτιο/