navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βυτίο

βυτίο

το, ουσ.

  1. μεγάλο μεταλλικό δοχείο κατάλληλο για την αποθήκευση υγρών, βαρέλι
  2. το βυτιοφόρο.

Ετυμολογία

< μσν. βυτίον

ή < μτγν. βοῦτ(τ)ις [= δοχείο, κάδος], ή

ή ίσως από τη λατιν. buttis [= βαρέλι].

Σύνθετα

βυτιοποΐα, βυτιοφόρο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βυτίο», σ. 170. https://navalhistory.gr/lexiko/βυτιο/