navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τρίψιμο

τρίψιμο

το, ουσ.

η ενέργεια του τρίβω, (φρ.) «τρίψιμο βαλβίδων / σοβά / ξύλου», κ.λπ.

Ετυμολογία

< μσν. τρίψιμον < τριψ- (τρίβω) - ιμον.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τρίψιμο», σ. 847. https://navalhistory.gr/lexiko/τριψιμο/