μύδι
το, ουσ.

(ζωολ.) α) θαλάσσιο είδος, που ανήκει στην οικογένεια Μυτιλίδες, μαλάκιο που συναντάται σε αφθονία στις ελληνικές θάλασσες, εύγεστο και πολύ θρεπτικό, β) (φρ.) το «μύδι Χιλής», με επιστ. ονομ.: Mytilus chilensis [διώνυμο], απαντάται στο νότιο Ειρηνικό, το νότιο Ατλαντικό και την Ανταρκτική, σε αμμώδεις, λασπώδεις και βραχώδεις βυθούς σε βάθος από 0 έως 100 μ., ιδανικό για υδατοκαλλιέργεια σε σχοινί.
Ετυμολογία
< μσν. μύδιον < μτγν. μύδιον, υποκορ. του αρχ. μῦς [= ποντίκι, μύδι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μύδι», σ. 555. https://navalhistory.gr/lexiko/μυδι/