ζύγισμα
το, ουσ.
- καθορισμός του βάρους ενός σώματος
- ευθυγράμμιση
- (μτφ.) εκτίμηση μιας ενέργειας, υπολογισμός
- πτήση στην ατμόσφαιρα με ανοικτά και ακίνητα φτερά, μετεώριση.
Ετυμολογία
< μσν. ζυγίζω < αρχ. ζυγός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ζύγισμα», σ. 329. https://navalhistory.gr/lexiko/ζυγισμα/