τραμο(υ)ντάνα
Και: ντραμο(υ)ντάνα, τρεμοντάνα, τριμουντάνα
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- (μετεωρ.) βόρειος άνεμος, ο βοριάς
- (συνεκδ.) βορράς
- (φρ.) «άστρο της τραμουντάνας», αλλιώς: «το αστέρι πάνω από τα βουνά», δηλ. ο πολικός αστέρας.
Ετυμολογία
< μσν. τραμοντάνα < ιταλ. tramontana < λατιν. trans-montanus [= αυτός που είναι πέρα από τα βουνά, ο βουνίσιος] < trans [= υπέρ, πέραν] + montanus [= βουνό], για τους Λατίνους, αυτός που έχει σχέση με την οροσειρά των Άλπεων, τόπος δηλωτικός του Βορρά.
Σύνθετα
μαϊστροτραμουντάνα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τραμο(υ)ντάνα και ντραμο(υ)ντάνα και τρεμοντάνα και τριμουντάνα», σ. 840. https://navalhistory.gr/lexiko/τραμουντανα-και-ντραμουντανα-και-τρεμοντανα-και-τριμουντανα/