πλάκα
η, ουσ.
- στερεό, επίπεδο σώμα από πέτρα, μέταλλο ή άλλο υλικό, μικρών διαστάσεων, (φρ.) «σιδερένια / χαλύβδινη / μαρμάρινη / πέτρινη / αναμνηστική / εντοιχισμένη / ακανόνιστη / φυσική / πεζοδρομίου / αλεξίσφαιρη / ψησίματος κ.ά»,
- επίπεδη έκταση γης
- δίσκος γραμμοφώνου ή πικ - απ
- μαθητικό αβάκιο σε παλαιότερες εποχές
- μεταλλική πινακίδα ενημέρωσης σε εξωτερικούς χώρους ή σε εργασιακούς χώρους
- το δάπεδο ή η οροφή της οικοδομής
- μεγάλο τμήμα του στερεού, ηπειρωτικού ή υποθαλάσσιου, φλοιού της γης
- επιφάνεια μανομέτρου, ρολογιού, τηλεφώνου, δυναμόμετρου, καντράν αυτοκινήτου
- η ταφόπετρα.
Ετυμολογία
< μσν. πλάκα < μτγν. πλάξ, αιτ. -κα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλάκα», σ. 668. https://navalhistory.gr/lexiko/πλακα/