navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πλάκα

πλάκα

η, ουσ.

  1. στερεό, επίπεδο σώμα από πέτρα, μέταλλο ή άλλο υλικό, μικρών διαστάσεων, (φρ.) «σιδερένια / χαλύβδινη / μαρμάρινη / πέτρινη / αναμνηστική / εντοιχισμένη / ακανόνιστη / φυσική / πεζοδρομίου / αλεξίσφαιρη / ψησίματος κ.ά»,
  2. επίπεδη έκταση γης
  3. δίσκος γραμμοφώνου ή πικ - απ
  4. μαθητικό αβάκιο σε παλαιότερες εποχές
  5. μεταλλική πινακίδα ενημέρωσης σε εξωτερικούς χώρους ή σε εργασιακούς χώρους
  6. το δάπεδο ή η οροφή της οικοδομής
  7. μεγάλο τμήμα του στερεού, ηπειρωτικού ή υποθαλάσσιου, φλοιού της γης
  8. επιφάνεια μανομέτρου, ρολογιού, τηλεφώνου, δυναμόμετρου, καντράν αυτοκινήτου
  9. η ταφόπετρα.

Ετυμολογία

< μσν. πλάκα < μτγν. πλάξ, αιτ. -κα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλάκα», σ. 668. https://navalhistory.gr/lexiko/πλακα/