Ο, ο, όμικρον
το, άκλ. ουσ.
α) το δέκατο πέμπτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, φωνήεν, β) [ως αριθμητικό σύμβολο χωρίς κανένα διακριτικό σημάδι, κατά παράδοση ή καταχρηστικά] Ο ή ο [= δέκατος πέμπτος, - η, -ο,].
Ετυμολογία
< μσν. όμικρον < μτγν. ὄ μικρόν [= μικρό ο, σε αντίθεση προς το μεγάλο ο, δηλ. το ωμέγα] < ίσως σημιτ. προέλευσης, εβρ. ayin [= το μάτι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Ο, ο, όμικρον», σ. 595. https://navalhistory.gr/lexiko/ο-ο-ομικρον/