αγώ(γ)ι
το, ουσ.
- φορτίο που μεταφέρεται από ζώο ή τροχοφόρο όχημα έναντι αμοιβής
- (συνεκδ.) η μεταφορά φορτίου από κάποιο μεταφορικό μέσο
- (συνεκδ.) η αμοιβή του μεταφορέα, συνών. κόμιστρα, ναύλα, αγωγιάτικα, μεταφορικά.
Ετυμολογία
< μσν. ἀγώγιν < αρχ. ἀγώγιον, υποκ. του ἀγωγός < ἄγω [= οδηγώ].
Παράγωγα
αγωγιάζω, αγωγιάτης.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγώ(γ)ι», σσ. 40-41. https://navalhistory.gr/lexiko/αγωγι/