navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αγώ(γ)ι

αγώ(γ)ι

το, ουσ.

  1. φορτίο που μεταφέρεται από ζώο ή τροχοφόρο όχημα έναντι αμοιβής
  2. (συνεκδ.) η μεταφορά φορτίου από κάποιο μεταφορικό μέσο
  3. (συνεκδ.) η αμοιβή του μεταφορέα, συνών. κόμιστρα, ναύλα, αγωγιάτικα, μεταφορικά.

Ετυμολογία

< μσν. ἀγώγιν < αρχ. ἀγώγιον, υποκ. του ἀγωγός < ἄγω [= οδηγώ].

Παράγωγα

αγωγιάζω, αγωγιάτης.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγώ(γ)ι», σσ. 40-41. https://navalhistory.gr/lexiko/αγωγι/