σταματώ
ρ.
1. [μετβ.] α) επιφέρω τη διακοπή λειτουργίας ή κάποιας άλλης ενέργειας, β) ανακόπτω την εξέλιξη ατόμων ή καταστάσεων ή φαινομένων, 3. [αμετβ.] α) παύω να κινούμαι, να ενεργώ, β) περιορίζομαι.
Ετυμολογία
< μσν. σταματώ < στάμα, γεν. -ατός [= κάθισμα, θέση, στήλη από σάκους με πολτοποιημένες ελιές στο ελαιοτριβείο] < θ. στα- < αρχ. ἵστημι [= στήνω, ορθώνω].
Παράγωγα
σταμάτημα [= παύση, διακοπή].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σταματώ», σ. 781. https://navalhistory.gr/lexiko/σταματω/