αντάμα
[επίρρ. τροπικό] και ανδάμα, εντάμα
μαζί, παρέα, αντών. χώρια, χωριστά.
Ετυμολογία
< μσν. αντάμα και εντάμα < μτγν. φρ. ἐν τῷ ἅμα (αρχ. ἅμα = αμέσως, μαζί).
Παράγωγα
ανταμώνω, ανταμικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντάμα», σ. 93. https://navalhistory.gr/lexiko/ανταμα/