φιτίλι
το, ουσ. [γεν. φιτιλ-ιού, -ιών]
- (ενδυμ.) χοντρό νήμα που είναι εμποτισμένο σε κάποια καύσιμη ύλη και μπορεί να φλέγεται σιγά σιγά από τη μία του άκρη
- (στρατ.) πυροδοτική θρυαλλίδα σε όπλο ή σε εκρηκτική συσκευή
- υφασμάτινη ταινία που χρησιμοποιείται από ενδυματολόγους ή ταπετσιέρηδες επίπλων.
Ετυμολογία
< μσν. φιτίλιον <
ή πτίλιον, υποκ. της λ. πτίλον [= φτερό, πούπουλο], ίσως
ή < τουρκ. λ. fitil < αραβ. fatīl.
Παράγωγα
φιτιλιά, φιτιλιάζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φιτίλι», σσ. 890-891. https://navalhistory.gr/lexiko/φιτιλι/