navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φιτίλι

φιτίλι

το, ουσ. [γεν. φιτιλ-ιού, -ιών]

  1. (ενδυμ.) χοντρό νήμα που είναι εμποτισμένο σε κάποια καύσιμη ύλη και μπορεί να φλέγεται σιγά σιγά από τη μία του άκρη
  2. (στρατ.) πυροδοτική θρυαλλίδα σε όπλο ή σε εκρηκτική συσκευή
  3. υφασμάτινη ταινία που χρησιμοποιείται από ενδυματολόγους ή ταπετσιέρηδες επίπλων.

Ετυμολογία

< μσν. φιτίλιον <

ή πτίλιον, υποκ. της λ. πτίλον [= φτερό, πούπουλο], ίσως

ή < τουρκ. λ. fitil < αραβ. fatīl.

Παράγωγα

φιτιλιά, φιτιλιάζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φιτίλι», σσ. 890-891. https://navalhistory.gr/lexiko/φιτιλι/