navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πουκάμισο

πουκάμισο

το, ουσ.

  1. (ενδυμ.) ρούχο από λινό, βαμβακερό ή μεταξωτό ύφασμα που καλύπτει τον κορμό και τα χέρια, συνών. χιτώνιο
  2. (μτφ.) το δέρμα του φιδιού που αφαιρείται από το σώμα του την περίοδο της άνοιξης
  3. (τεχνολ.) προστατευτικό χιτώνιο σε κύλινδρο μηχανής, ειδικότερα το ξηρό χιτώνιο λέγεται πουκάμισο.

Ετυμολογία

< μσν. πουκάμισον < υπο-κάμισον < λατιν. camisia < αρχ. γερμ. hamisja.

Παράγωγα

πουκαμίσα, πουκαμισάς, πουκαμισού, πουκαμισάδικο.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πουκάμισο», σ. 693. https://navalhistory.gr/lexiko/πουκαμισο/