πουκάμισο
το, ουσ.
- (ενδυμ.) ρούχο από λινό, βαμβακερό ή μεταξωτό ύφασμα που καλύπτει τον κορμό και τα χέρια, συνών. χιτώνιο
- (μτφ.) το δέρμα του φιδιού που αφαιρείται από το σώμα του την περίοδο της άνοιξης
- (τεχνολ.) προστατευτικό χιτώνιο σε κύλινδρο μηχανής, ειδικότερα το ξηρό χιτώνιο λέγεται πουκάμισο.
Ετυμολογία
< μσν. πουκάμισον < υπο-κάμισον < λατιν. camisia < αρχ. γερμ. hamisja.
Παράγωγα
πουκαμίσα, πουκαμισάς, πουκαμισού, πουκαμισάδικο.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πουκάμισο», σ. 693. https://navalhistory.gr/lexiko/πουκαμισο/