γιαλός
ο, ουσ.
παραλιακό τμήμα εδάφους που καλύπτεται συνήθως από άμμο, (έκφρ.) «γιαλό γιαλό», δηλ. κατά μήκος της παραλίας, άκρη – άκρη στο κύμα, (παροιμ.) «Κάνε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό», ή «στραβός είν’ ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε».
Ετυμολογία
< μσν. γιαλός < αρχ. αἰγιαλός [= αμμουδερή παραλία].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γιαλός», σ. 183. https://navalhistory.gr/lexiko/γιαλοσ/