χάνω
ρ.
- [μετβ.] α) σταματώ να έχω στην κατοχή μου κάτι, β) δεν ξέρω τι μου γίνεται, δεν έχω φυσιολογική επαφή με το άμεσο περιβάλλον μου, γ) παρουσιάζω απώλεια βάρους
- [αμετβ.] α) ζημιώνομαι, β) καταστρέφομαι, γ) νικιέμαι, δ) πεθαίνω, ε) (για πλοία) βυθίζομαι
- (φρ.) «χάνω το δρόμο μου», ξεστρατίζω, (παροιμ.) «έχασε η Βενετιά βελόνι», δεν είναι άξια λόγου η απώλεια, «τα χάνω», σαστίζω, «χάνει η μάννα το παιδί και το παιδί τη μάννα», υπάρχει πολυκοσμία, θόρυβος, και πολλά άλλα.
Ετυμολογία
< μσν. χάνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χάνω», σ. 911. https://navalhistory.gr/lexiko/χανω/