επανωφόρι
Και: πανωφόρι
το, ουσ.
(ενδυμ.) γενικότερη ονομασία χοντρού ενδύματος συνήθως με μανίκια, το οποίο φοριέται πάνω από τ’ άλλα ρούχα και καλύπτει το σώμα από τους ώμους και κάτω, για προφύλαξη από το κρύο ή τη βροχή, συνών. παλτό, επενδύτης.
Ετυμολογία
< μσν. επανωφόριν < επάνω + -φόρ(ος) -ι(ο)ν, και μσν. απανωφόρι(ν) [= εξωτερικό ένδυμα] < απανωφόριον < (α)πάνω + φορ(ώ) -ιον.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επανωφόρι και πανωφόρι», σ. 284. https://navalhistory.gr/lexiko/επανωφορι-και-πανωφορι/