θέτω
ρ. [μετβ]
- βάζω, τοποθετώ, εφαρμόζω, βάνω
- υποβάλλω, προτείνω, εισηγούμαι κάτι,
- (φρ.) «θέτω σε κίνηση / σε κίνδυνο / εκτός μάχης / εκτός υπηρεσίας / υπό κράτηση».
Ετυμολογία
< μσν. θέτω < αρχ. ρ. τί-θημι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θέτω», σ. 357. https://navalhistory.gr/lexiko/θετω/