navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θέτω

θέτω

ρ. [μετβ]

  1. βάζω, τοποθετώ, εφαρμόζω, βάνω
  2. υποβάλλω, προτείνω, εισηγούμαι κάτι,
  3. (φρ.) «θέτω σε κίνηση / σε κίνδυνο / εκτός μάχης / εκτός υπηρεσίας / υπό κράτηση».

Ετυμολογία

< μσν. θέτω < αρχ. ρ. τί-θημι.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θέτω», σ. 357. https://navalhistory.gr/lexiko/θετω/