φούστα
η, ουσ.
(ναυπ.) πειρατικό ή κουρσάρικο πλοίο, στενόμακρο, γρήγορο, ελαφρύ, κωπήλατο ή ιστιοφόρο, μ’ ένα μεγάλο ιστίο [λατίνι = είδος πανιού] στην πλώρη και ένα μικρό στην πρύμνη, έφερε 2 ή 3 κανόνια, κατασκευαστικά παρόμοιο με τη γαλιόττα.
Ετυμολογία
< μσν. φούστα < ιταλ. fusta.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φούστα», σ. 896. https://navalhistory.gr/lexiko/φουστα/