ακρογιάλι
το, και ακρογιαλιά, η, ουσ.
η άκρη του γιαλού, συνών. περιγιάλι, ακροθαλασσιά, παραλία.
Ετυμολογία
< μσν. ἄκρος + γιαλός.
Παράγωγα
ακρογιαλίτης, -ισσα, -ικο και ακρογιαλίτικος, -η, -ο. Ἡ καρδιά μας εἶναι ἕνα κῦμα ποὺ δὲν σπάει στὴν ἀκρογιαλιά. / Ποιὸς μαντεύει τὴ θάλασσα, ἀπ᾿ ὅπου / βγαίνει ἡ καρδιά μας; Ἀλλὰ εἶναι ἡ καρδιά μας / ἕνα κῦμα μυστικό, χωρὶς ἀφρό. Βουβὰ πιάνει μία στεριά. / Καὶ ἀθόρυβα σκαλίζει τὸ ἀνάγλυφο ἑνὸς πόθου, ποὺ δὲν / ξέρει ἀπογοήτευση καὶ ἀγνοεῖ τὴν ἡσυχία.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακρογιάλι», σ. 58. https://navalhistory.gr/lexiko/ακρογιαλι/