απολαβή
η, ουσ.
- το κέρδος, η ωφέλεια από μια δραστηριότητα, το όφελος
- (πληθ.) οι αποδοχές, το εισόδημα, η αμοιβή, ο μισθός.
Ετυμολογία
< μσν. απολαβή [παλαιότ. γραφή απολαυή] < αρχ. ἀπολαμβάνω < ἀπό + λαμβάνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απολαβή», σ. 108. https://navalhistory.gr/lexiko/απολαβη/