navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › απολαβή

απολαβή

η, ουσ.

  1. το κέρδος, η ωφέλεια από μια δραστηριότητα, το όφελος
  2. (πληθ.) οι αποδοχές, το εισόδημα, η αμοιβή, ο μισθός.

Ετυμολογία

< μσν. απολαβή [παλαιότ. γραφή απολαυή] < αρχ. ἀπολαμβάνω < ἀπό + λαμβάνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απολαβή», σ. 108. https://navalhistory.gr/lexiko/απολαβη/