δύση
η, ουσ.
- βύθισμα του ήλιου ή άλλων ουράνιων σωμάτων στο σημείο του ορίζοντα
- το σημείο στο οποίο βασιλεύει ο ήλιος
- η ώρα κατά την οποία βασιλεύει ο ήλιος, συνών. γέρμα, λιόγερμα
- (μτφ.) τα τελευταία χρόνια της ζωής του ανθρώπου, συνών. μαρασμός, γεράματα, παρακμή, φθορά
- (ειδικ. με κεφαλαίο Δ) α) οι περιοχές της κεντροδυτικής Ευρώπης και η Β. Αμερική, β) το δυτικό τμήμα της Β. Αμερικής.
Ετυμολογία
< μσν. δύση < αρχ. δύ(σις) + -ση.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δύση», σ. 237. https://navalhistory.gr/lexiko/δυση/