navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δύση

δύση

η, ουσ.

  1. βύθισμα του ήλιου ή άλλων ουράνιων σωμάτων στο σημείο του ορίζοντα
  2. το σημείο στο οποίο βασιλεύει ο ήλιος
  3. η ώρα κατά την οποία βασιλεύει ο ήλιος, συνών. γέρμα, λιόγερμα
  4. (μτφ.) τα τελευταία χρόνια της ζωής του ανθρώπου, συνών. μαρασμός, γεράματα, παρακμή, φθορά
  5. (ειδικ. με κεφαλαίο Δ) α) οι περιοχές της κεντροδυτικής Ευρώπης και η Β. Αμερική, β) το δυτικό τμήμα της Β. Αμερικής.

Ετυμολογία

< μσν. δύση < αρχ. δύ(σις) + -ση.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δύση», σ. 237. https://navalhistory.gr/lexiko/δυση/