τσίρος
ο, ουσ.
- (ιχθυολ.) το αποξηραμένο σκουμπρί [δες λ.]
- (μτφ.) ο αδύνατος σωματικά άνθρωπος, ο λιπόσαρκος
- το υδάτινο μέρος του γάλακτος.
Ετυμολογία
< μσν. ίσως από το αρχ. κηρίς [= είδος ψαριού] αβέβ. ετύμου, ίσως από το αρχ. κηρός [= κερί], λόγω του χρώματος του ψαριού.
Σύνθετα
τσιροσαλάτα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσίρος», σ. 854. https://navalhistory.gr/lexiko/τσιροσ/