navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τσίρος

τσίρος

ο, ουσ.

  1. (ιχθυολ.) το αποξηραμένο σκουμπρί [δες λ.]
  2. (μτφ.) ο αδύνατος σωματικά άνθρωπος, ο λιπόσαρκος
  3. το υδάτινο μέρος του γάλακτος.

Ετυμολογία

< μσν. ίσως από το αρχ. κηρίς [= είδος ψαριού] αβέβ. ετύμου, ίσως από το αρχ. κηρός [= κερί], λόγω του χρώματος του ψαριού.

Σύνθετα

τσιροσαλάτα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσίρος», σ. 854. https://navalhistory.gr/lexiko/τσιροσ/