navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αψίθυμος

αψίθυμος

-η, -ο, επίθ.

αυτός που θυμώνει εύκολα, συνών. ευέξαπτος, οξύθυμος, νευρικός, οργίλος, αψύς.

Ετυμολογία

< μσν. αψύς (< ἅπτω) + θυμός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αψίθυμος», σ. 140. https://navalhistory.gr/lexiko/αψιθυμοσ/