νεροχύτης
ο, ουσ.

είδος λεκάνης που είναι μόνιμα προσαρμοσμένη στον τοίχο της κουζίνας και η οποία συνδέεται με το σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης.
Ετυμολογία
< μσν. νεροχύτης < νερό + χυ- ( < χύνω) -της.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νεροχύτης», σ. 572. https://navalhistory.gr/lexiko/νεροχυτησ/