navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βρόμα

βρόμα

η, ουσ. [παλαιότερη γραφή με -ω-]

  1. η άσχημη μυρωδιά, συνών. δυσοσμία, δυσωδία, μπόχα
  2. ακαθαρσία, ρύπος
  3. (μτφ.) γυναίκα με πρόστυχο χαρακτήρα.

Ετυμολογία

< μσν. βρόμα < αρχ. βρῶμος [= δυσάρεστη οσμή].

Σύνθετα

βρομοβότανο, βρόμογρια, βρομοδουλειά, βρομόκαιρος, βρομοκόριτσο, βρομολίμνη, βρομοκοπώ, βρομόλογα, βρομονέρι, βρομόπαιδο, βρομόγλωσσα, βρομόσκυλο, βρομόστομα, βρομοσαλιάζω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βρόμα», σ. 167. https://navalhistory.gr/lexiko/βρομα/