navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φλόκος

φλόκος

ο, ουσ.

(ναυπ.) μεγάλο τριγωνικό βοηθητικό ιστίο [πανί], που εξέχει από την πλώρη ιστιοφόρου σκάφους, πάνω από το μπαστούνι, συνών. αρτέμων.

Ετυμολογία

< μσν. φλόκκος < ιταλ. flocco < λατιν. floccus [= χνούδι υφάσματος].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φλόκος», σ. 891. https://navalhistory.gr/lexiko/φλοκοσ/