σκουριά
η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]
- οξείδιο που εμφανίζεται στις μεταλλικές επιφάνειες όταν αυτές εκτίθενται ιδιαίτερα στον ατμοσφαιρικό αέρα με καταλυτική την επίδραση της υγρασίας
- στερεό υπόλειμμα που προκύπτει από την καύση γαιανθράκων
- (φυτολ.) ασθένεια φυτών.
Ετυμολογία
< μσν. σκουρία < αρχ. σκωρία < σκῶρ [= περίττωμα, κόπρος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκουριά», σ. 771. https://navalhistory.gr/lexiko/σκουρια/