navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκουριά

σκουριά

η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

  1. οξείδιο που εμφανίζεται στις μεταλλικές επιφάνειες όταν αυτές εκτίθενται ιδιαίτερα στον ατμοσφαιρικό αέρα με καταλυτική την επίδραση της υγρασίας
  2. στερεό υπόλειμμα που προκύπτει από την καύση γαιανθράκων
  3. (φυτολ.) ασθένεια φυτών.

Ετυμολογία

< μσν. σκουρία < αρχ. σκωρία < σκῶρ [= περίττωμα, κόπρος].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκουριά», σ. 771. https://navalhistory.gr/lexiko/σκουρια/