απλός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που δεν αποτελείται από άλλα μέρη ή στοιχεία, που δεν είναι πολύπλοκος, αντών. σύνθετος
- αυτός που δεν είναι διπλός ή πολλαπλός
- αυτός που είναι ό,τι δηλώνει το ουσιαστικό και τίποτα άλλο
- αυτός που επειδή αποτελείται από λίγα στοιχεία είναι εύκολο να τον καταλάβουμε ή να τον χρησιμοποιήσουμε
- αυτός που έχει λίγα ή καθόλου περιττά ή διακοσμητικά στοιχεία
- που γίνεται χωρίς να προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση
- (για πρόσ.) α) αυτός που είναι ειλικρινής και αυθόρμητος, β) αυτός που ενεργεί χωρίς να εκδηλώνει έπαρση και επιτήδευση.
Ετυμολογία
< μσν. απλός < αρχ. ἁπλ(οῦς) [= μονός, καθαρός, όχι περίπλοκος].
Επιρρήματα
απλά και απλώς [επίρρ.].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απλός», σ. 104. https://navalhistory.gr/lexiko/απλοσ/