πολυέλαιος
ο, ουσ.
είδος κρεμαστού φωτιστικού που συνήθως απαρτίζεται από πολλές λάμπες και τοποθετείται σε σαλόνια, μεγάλες αίθουσες, λατρευτικούς χώρους, κ.λπ., συνών. πολύφωτο.
Ετυμολογία
< μσν. πολυέλαιος < πολυ- + έλαι(ον) -ος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πολυέλαιος», σ. 683. https://navalhistory.gr/lexiko/πολυελαιοσ/