νεράιδα
Και: ανεράιδα, νεράδα, ανεραγίδα, ανεράδα
η, ουσ.
- (λαογρ.) δημιούργημα της λαϊκής φαντασίας που σκιαγραφείται με γυναικεία φιγούρα εξαιρετικής ομορφιάς η οποία αρέσκεται να ζει σε δάση, λιβάδια, φαράγγια, πηγές και γεφύρια, τραγουδώντας και χορεύοντας, ικανοποιώντας τους αλαφροΐσκιωτους οδοιπόρους, συνών. ξωτικιά, νεροκόρη, καλομοίρα, ραγίδα, αγεραγίδα, αβραγίδα, νεράισσα, ανερούσα, ξουθιά και ξωθιά, ανεμικό, κυράτσα, αρχόντισσα, καλοκυρά, μελιτένια
- (μτφ.) γυναίκα πολύ όμορφη που γοητεύει τους άντρες, συνών. πεντάμορφη, κούκλα, θεά, μανεκέν, καλλονή, ναϊάδα, Νηρηίδα, συλφίδα [νεράιδα της κελτικής μυθολ.], Αφροδίτη, αντών. ασχημογυναίκα, στρίγγλα, γκιόσα, Γοργώ.
Ετυμολογία
< μσν. < αρχ. Νηρηΐς, -ΐδος, με παρετυμολογική επίδραση της λ. νερό.
Σύνθετα
νεραϊδάρης, νεραϊδένιος, νεραϊδοβούνι, νεραϊδογεννημένος, νεραϊδογέννημα, νεραϊδόξυλο, νεραϊδοπαρμένος, νεραϊδόχορτο.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νεράιδα και ανεράιδα και νεράδα και ανεραγίδα και ανεράδα», σσ. 571-572. https://navalhistory.gr/lexiko/νεραιδα-και-ανεραιδα-και-νεραδα-και-ανεραγιδα-και-ανεραδα/