βρύση
η, ουσ.
- (τεχνολ.) μεταλλικό κυρίως εξάρτημα που προσαρτάται σε σωλήνα ή δοχείο και επιτρέπει τη ροή ή τη διακοπή του υγρού, συνών. στρόφιγγα
- φυσική πηγή νερού.
Ετυμολογία
< μσν. βρύση < μτγν. βρύσις < αρχ. βρύω [= αναβλύζω].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βρύση», σ. 168. https://navalhistory.gr/lexiko/βρυση/