navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βρύση

βρύση

η, ουσ.

  1. (τεχνολ.) μεταλλικό κυρίως εξάρτημα που προσαρτάται σε σωλήνα ή δοχείο και επιτρέπει τη ροή ή τη διακοπή του υγρού, συνών. στρόφιγγα
  2. φυσική πηγή νερού.

Ετυμολογία

< μσν. βρύση < μτγν. βρύσις < αρχ. βρύω [= αναβλύζω].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βρύση», σ. 168. https://navalhistory.gr/lexiko/βρυση/