navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › απανεμιά

απανεμιά

η, και απανέμι, το, ουσ.

  1. (μετεωρ.) νηνεμία, έλλειψη ανέμου, συνών. άπνοια, κάλμα, μπουνάτσα
  2. (συνεκδ.) ο προστατευμένος από τον άνεμο τόπος, απάγκ(ε)ιο
  3. (μτφ.) το καταφύγιο, μέρος που διασφαλίζει την προστασία του καταδιωκόμενου.

Ετυμολογία

< μσν. απανεμιά < απάνεμ(ος) + [κατάλ.] ‑ία.

Παράγωγα

απανεμιάζω, απάνεμος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απανεμιά», σ. 102. https://navalhistory.gr/lexiko/απανεμια/