navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λύνω

λύνω

ρ. [μετβ.]

  1. ελευθερώνω κάποιον από τα δεσμά του
  2. αφήνω ελεύθερα τα ζώα να βοσκήσουν
  3. διαλύω σε κομμάτια τα μέρη μιας μηχανής
  4. βρίσκω τη λύση του προβλήματος
  5. ελευθερώνω τους κάβους από τις δέστρες για να αποπλεύσει το σκάφος
  6. σταματώ τη συμμαχία ή συμφωνία.

Ετυμολογία

< μσν. < αρχ. λύω.

Παράγωγα

λύση, λύτρα, λύσιμο, λύτης, λυτός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λύνω», σ. 492. https://navalhistory.gr/lexiko/λυνω/