λύνω
ρ. [μετβ.]
- ελευθερώνω κάποιον από τα δεσμά του
- αφήνω ελεύθερα τα ζώα να βοσκήσουν
- διαλύω σε κομμάτια τα μέρη μιας μηχανής
- βρίσκω τη λύση του προβλήματος
- ελευθερώνω τους κάβους από τις δέστρες για να αποπλεύσει το σκάφος
- σταματώ τη συμμαχία ή συμφωνία.
Ετυμολογία
< μσν. < αρχ. λύω.
Παράγωγα
λύση, λύτρα, λύσιμο, λύτης, λυτός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λύνω», σ. 492. https://navalhistory.gr/lexiko/λυνω/