τέντα
η, ουσ.
- αντίσκηνο ή πρόχειρη κατασκευή από ύφασμα και χοντρούς δοκούς για τα στηρίγματα, με σκοπό την προφύλαξη από τον ήλιο και τη βροχή, (φρ.) «τέντα μπαλκονιού / παραλίας / σκίασης»,
- σκεπή άμαξας ή λέμβου ή πλοίου
- [επίρρ.] ορθάνοικτα.
Ετυμολογία
< μσν. τέντα < λατιν. tenda < tendere [= τεντώνω].
Παράγωγα
τεντώνω, τέντωμα, τεντωτός.
Σύνθετα
τεντόξυλο, τεντόσκοινο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τέντα», σ. 825. https://navalhistory.gr/lexiko/τεντα/