navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φεγγάρι

φεγγάρι

το, ουσ.

  1. (αστρον.) σελήνη
  2. (συνεκδ.) το φως της σελήνης, συνών. σεληνόφως.

Ετυμολογία

< μσν. φεγγάριον < αρχ. φέγγος [= φως].

Παράγωγα

φεγγαρένιος, φεγγαρίζω, φεγγαρίσιος.

Σύνθετα

φεγγαροκατέβατος, φεγγαροπρόσωπος, φεγγαρόφωτος, φεγγαρόλουστος, φεγγαρόψαρο.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φεγγάρι», σ. 887. https://navalhistory.gr/lexiko/φεγγαρι/