φεγγάρι
το, ουσ.
- (αστρον.) σελήνη
- (συνεκδ.) το φως της σελήνης, συνών. σεληνόφως.
Ετυμολογία
< μσν. φεγγάριον < αρχ. φέγγος [= φως].
Παράγωγα
φεγγαρένιος, φεγγαρίζω, φεγγαρίσιος.
Σύνθετα
φεγγαροκατέβατος, φεγγαροπρόσωπος, φεγγαρόφωτος, φεγγαρόλουστος, φεγγαρόψαρο.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φεγγάρι», σ. 887. https://navalhistory.gr/lexiko/φεγγαρι/