navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μούχλα

μούχλα

η, ουσ.

  1. κοινή ονομασία διαφόρων μυκήτων που αναπτύσσονται σε οργανικές ουσίες, κυρίως τρόφιμα, και προκαλούν την αποσύνθεσή τους
  2. (μτφ.) α) ηθική κατάπτωση, β) (ως χαρακτηρισμός) για πρόσωπο που ενεργεί νωχελικά, βαριεστημένα.

Ετυμολογία

< μσν. (ἀ)μοῦχλα < μτγν. ὀμίχλα < αρχ. ὀμίχλη.

Παράγωγα

μουχλιάζω > μούχλιασμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μούχλα», σ. 538. https://navalhistory.gr/lexiko/μουχλα/