ακριβός
-ή, -ό, επίθ.
- (για εμπορεύματα) αυτός που έχει υψηλή τιμή, συνών. δαπανηρός
- πολύτιμος
- πολυδάπανος
- αυτός που αγαπιέται πολύ
- (ως ουσ. το αρσ. και το θηλ.) ο αγαπημένος, ο/η σύζυγος, ο εραστής.
Ετυμολογία
< μσν. ακριβός < αρχ. ἀκριβής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακριβός», σ. 58. https://navalhistory.gr/lexiko/ακριβοσ/