navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σύρμα

σύρμα

το, ουσ.

σύρμα, εικόνα από το έντυπο
  1. βιομηχανικό προϊόν από χάλυβα, αργίλιο, χαλκό, νικέλιο, τιτάνιο ή ψευδάργυρο και τα αντίστοιχα κράματά τους, καθώς και από πυρίμαχα και ευγενή μέταλλα, σε μορφή νήματος, με διάμετρο ελάχιστων χιλιοστών, εύκαμπτο, πωλείται συνήθως σε κουλούρα αρκετών μέτρων, ιδανικό στην κατασκευή ηλεκτρικών αγωγών, σιδηρικών ελατηρίων, ηλεκτροδίων και ακροδεκτών ηλεκτρονικών συσκευών, θερμοστοιχείων, χρήσιμο σε οικοδομικές εργασίες, περιφράξεις κτημάτων κ.λπ.
  2. α) μαγειρικό σκεύος κατάλληλο για το χτύπημα των αυγών, β) οικιακό συρμάτινο κουβάρι χρήσιμο στο χώρο πλύσης της κουζίνας
  3. [παρωχημένο] (πληθ.) τα σύρματα, α) στρατόπεδα εγκλεισμού Ελλήνων στρατιωτών [της 1ης Ταξιαρχίας Πεζικού του εξόριστου Ελληνικού Στρατού το 1944], σε ερημικές περιοχές της Μέσης Ανατολής από τις Βρετανικές Δυνάμεις, στη διάρκεια του Β΄ Π.Π. Πολέμου, β) [ως κυρ. όν.] τοπωνύμιο της Μήλου όπου οι βαρκάρηδες διατηρούσαν και συνεχίζουν να διατηρούν σε παραλιακές θέσεις φύλαξης τα μικρά σκάφη τους.

Ετυμολογία

< μσν. σύρμα [= χρυσή ή ασημένια κλωστή] < μτγν. σύρμα [= θεατρικό ένδυμα με μακριά ουρά].

Παράγωγα

συρμάτινος και συρματένιος.

Σύνθετα

συρματόβεργα, συρματοκόπτης, συρματόπλεγμα, συρματόπλεκτος, συρμακέζης και συρμακέσης, συρματοποίηση, συρματοποιός, συρματόσχοινο, συρματουργείο, συρματοκινητήρας.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σύρμα», σ. 806. https://navalhistory.gr/lexiko/συρμα/