ανελκυστήρας
ο, ουσ.
(τεχνολ.) σταθερός ανυψωτήρας, συνήθως περιοδικής λειτουργίας, με κατακόρυφη κίνηση του θαλάμου ή της πλατφόρμας κατά μήκος σταθερών οδηγών, κατάλληλος για μεταφορά προσώπων και αντικειμένων από το ένα σημείο προς το άλλο, ασανσέρ [< γαλλ. λ.], αναβατήρας.
Ετυμολογία
< ανελκυσ- [< μσν. ανελκύω] -τήρ > -τήρας.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανελκυστήρας», σ. 87. https://navalhistory.gr/lexiko/ανελκυστηρασ/