γαύρος
Και: γάβρος
ο, ουσ.

- (ιχθυολ.) είδος μικρού αφρόψαρου που ζει κοπαδιαστά και αλιεύεται με δίχτυα, η επιστημ. του ονομ.: Engraulis encrasicolus (Εγγραυλίς η εγκρασίχολος) [διώνυμο], μορφολογικά στενόμακρο, με ασημί κοιλιά και πρασινογάλαζα πλευρά, το μήκος του έως 20 cm, τρέφεται με μικροσκοπικά μαλακόστρακα και το γόνο άλλων ψαριών, αλιεύεται την άνοιξη και το καλοκαίρι
- (γεωλ.) πέτρωμα στικτό, σε αποχρώσεις του πράσινου
- (φυτολ.) είδος δασικού φυλλοβόλου δέντρου η επιστ. του ονομ.: Carpinus betulus [Καρπίνος] [διώνυμο], φύεται σε υψόμετρο άνω των 200 μ., το ξύλο του σκληρό και δύσκολο στην επεξεργασία του, αξιοποιήσιμο στη ναυπηγική.
Ετυμολογία
< μσν. γραύλος < μτγν. ἔγγραυλος < αρχ. ἐγγραυλίς.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γαύρος και γάβρος», σ. 178. https://navalhistory.gr/lexiko/γαυροσ-και-γαβροσ/