ακόνι
το, ακόνα και ακόνη, η, ουσ.
φυσική [ψαμμίτης] ή τεχνητή σκληρή πέτρα, επίπεδη και λεία, τοποθετημένη εντός ξύλινης βάσης, πάνω στην οποία γίνεται το τρόχισμα κοφτερών εργαλείων, αλλιώς και λαδάκονο γιατί τη στιγμή του ακονίσματος ο ξυλουργός άλειφε με λάδι την πέτρα, συνών. ακονόπετρα, ακονόλιθος, ακονιστήρι.
Ετυμολογία
< μσν. ἀκόνιον < αρχ. ἀκόνη.
Παράγωγα
ακονάω, ακονίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακόνι», σ. 57. https://navalhistory.gr/lexiko/ακονι/