δίστροφος
-η, -ο, επίθ.
αυτός που διαθέτει δύο όμοια είδη που περιστρέφονται, (φρ.) «δίστροφο σχοινί», [ως ουσ.: το δίστροφο] σχοινί πλεγμένο με δύο ή τρία λεπτότερα κλώσματα [= νήματα], κοινώς: τρισίλιο.
Ετυμολογία
< μσν. δίστροφο(ν).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίστροφος», σ. 229. https://navalhistory.gr/lexiko/διστροφοσ/