αυτοθυσία
η, ουσ.
εκούσια και ανιδιοτελής θυσία του εαυτού μας προς όφελος κάποιου άλλου ή ενός συνόλου γενικότερα, συνών. αυταπάρνηση.
Ετυμολογία
< μσν. αυτοθυσία < αὔτ(ο)- + -θυσία.
Παράγωγα
αυτοθυσιάζομαι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αυτοθυσία», σ. 135. https://navalhistory.gr/lexiko/αυτοθυσια/