εξασθένηση
η, ουσ.
- η απώλεια των σωματικών δυνάμεων, το αδυνάτισμα
- η μείωση της έντασης
- (μτφ.) η μείωση της ισχύος.
Ετυμολογία
< μσν. εξασθένη-σις > -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξασθένηση», σ. 277. https://navalhistory.gr/lexiko/εξασθενηση/