ποντικός
ο, ποντικίνα, η, ποντίκι, το, ουσ.
- (ζωολ.) το πιο διαδεδομένο τρωκτικό στον πλανήτη μας
- (μτφ.) ο διαρρήκτης
- (ιχθυολ.) το ψάρι [αρσ.] σαλούβαρδος [δες λ.] ή πετροσαλούβαρδος.
Ετυμολογία
< μσν. ποντικός < αρχ. «ποντικός μῦς» [= είδος νυφίτσας].
Σύνθετα
ποντικόψαρο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ποντικός», σ. 685. https://navalhistory.gr/lexiko/ποντικοσ/