navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › ποντικός

ποντικός

ο, ποντικίνα, η, ποντίκι, το, ουσ.

  1. (ζωολ.) το πιο διαδεδομένο τρωκτικό στον πλανήτη μας
  2. (μτφ.) ο διαρρήκτης
  3. (ιχθυολ.) το ψάρι [αρσ.] σαλούβαρδος [δες λ.] ή πετροσαλούβαρδος.

Ετυμολογία

< μσν. ποντικός < αρχ. «ποντικός μῦς» [= είδος νυφίτσας].

Σύνθετα

ποντικόψαρο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ποντικός», σ. 685. https://navalhistory.gr/lexiko/ποντικοσ/