αποπληρώνω
ρ. [μετβ.]
εξοφλώ το οφειλόμενο χρέος στο σύνολό του, συνών. ξεπληρώνω.
Ετυμολογία
< μσν. αποπληρώνω.
Παράγωγα
αποπληρωμή, αποπλήρωση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποπληρώνω», σ. 109. https://navalhistory.gr/lexiko/αποπληρωνω/