μήνας
ο, ουσ.
μία από τις δώδεκα υποδιαιρέσεις του ηλιακού έτους, (φρ.) «σεληνιακός ή συνοδικός μήνας», το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο διαδοχικών συνόδων ή αντιθέσεων του ήλιου και της σελήνης [29,53 γήινες ημέρες], (έκφρ.) «μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει», λέγεται για μισθωτούς που έχουν χαμηλές μηνιαίες απολαβές ή σημαντικές οικονομικές υποχρεώσεις, «μήνας του μέλιτος», ο πρώτος μήνας της έγγαμης ζωής, και πολλές άλλες καθημερινές εκφράσεις.
Ετυμολογία
< μσν. μήνας.
Παράγωγα
μηνιαίος, μηνιάτικο, μήνη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μήνας», σ. 523. https://navalhistory.gr/lexiko/μηνασ/