navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άραγμα

άραγμα

το, ουσ.

  1. το αγκυροβόλημα, η στάθμευση του πλοίου ή ο ελλιμενισμός του, προσόρμιση
  2. (μτφ.) ανάπαυση, συνών. αδράνεια, καθισιό, τεμπελιά, αραλίκι.

Ετυμολογία

< < μσν. αράζω < αρχ. ἀράσσω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άραγμα», σ. 114. https://navalhistory.gr/lexiko/αραγμα/