ταξιδεύω
ρ. [αμετβ.]
μετακινούμαι από έναν τόπο μόνιμης διαμονής προς κάποιον άλλο, με σκοπό την προσωρινή εγκατάσταση και για λόγους αναψυχής, επαγγελματικούς, υγείας κ.λπ.
Ετυμολογία
< μσν. ταξιδεύω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ταξιδεύω», σ. 819. https://navalhistory.gr/lexiko/ταξιδευω/