navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γαρίδα

γαρίδα

η, ουσ.

γαρίδα, εικόνα από το έντυπο
  1. (ζωολ.) μικρό θαλάσσιο μαλακόστρακο, η επιστημ. της ονομ.: Parapenaeus longirostrisτο [διώνυμο], το μήκος του σώματός της μπορεί να φθάσει μέχρι 15 εκ. ενώ το μεσογειακό είδος που λέγεται γάμπαρη φθάνει σε μήκος τα 20 εκ.
  2. (μτφ.) «γαρίδα το μάτι του», α) για κάποιον που βλέπει επίμονα κάτι, για εκείνον που παρατηρεί άπληστα κάτι, ή β) για κάποιον που επιθυμεί κάτι πάρα πολύ.

Ετυμολογία

< μσν. γαρίδα < αρχ. καρίς, -ίδος, [με τροπή του κ σε γ] < αβέβαιου ετύμου.

Σύνθετα

γαριδάδικο, γαριδοκαλλιέργεια, γαριδολόγος, γαριδότρατα, γαριδόδιχτα, γαριδομακαρονάδα, γαριδοσαλάτα, γαριδομάτης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γαρίδα», σ. 176. https://navalhistory.gr/lexiko/γαριδα/