γαρίδα
η, ουσ.

- (ζωολ.) μικρό θαλάσσιο μαλακόστρακο, η επιστημ. της ονομ.: Parapenaeus longirostrisτο [διώνυμο], το μήκος του σώματός της μπορεί να φθάσει μέχρι 15 εκ. ενώ το μεσογειακό είδος που λέγεται γάμπαρη φθάνει σε μήκος τα 20 εκ.
- (μτφ.) «γαρίδα το μάτι του», α) για κάποιον που βλέπει επίμονα κάτι, για εκείνον που παρατηρεί άπληστα κάτι, ή β) για κάποιον που επιθυμεί κάτι πάρα πολύ.
Ετυμολογία
< μσν. γαρίδα < αρχ. καρίς, -ίδος, [με τροπή του κ σε γ] < αβέβαιου ετύμου.
Σύνθετα
γαριδάδικο, γαριδοκαλλιέργεια, γαριδολόγος, γαριδότρατα, γαριδόδιχτα, γαριδομακαρονάδα, γαριδοσαλάτα, γαριδομάτης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γαρίδα», σ. 176. https://navalhistory.gr/lexiko/γαριδα/